Θέσεις ΣΕΤE

Θέσεις και προτάσεις ΣΕΤΕ επί του σχεδίου για την Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Ιούλιος 2026

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΥΔΑΤΑ

Η εκπόνηση Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα αποτελεί σημαντικό και θετικό βήμα, καθώς αποτυπώνει σε ενιαίο κείμενο την υφιστάμενη κατάσταση, τις διαρθρωτικές αδυναμίες και τις στρατηγικές κατευθύνσεις για τη διαχείριση των υδατικών πόρων.

Ο τουρισμός αποτελεί διαχρονικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής, με έντονη παρουσία σε νησιωτικές και παράκτιες περιοχές — εκεί όπου οι υδατικές πιέσεις είναι εντονότερες και όπου, σε ορισμένους ανεπτυγμένους προορισμούς, οι ήδη υφίστανται έντονα σημάδια έλλειψης υδατικών πόρων. Μεγάλο μέρος των τουριστικών επιχειρήσεων είναι μικρές και μεσαίες μονάδες, που λειτουργούν σε περιοχές με περιορισμένες υποδομές και εξαρτώνται άμεσα από την επάρκεια και την ποιότητα του νερού.

Η σχέση τουρισμού και υδάτων είναι σχέση αμοιβαίας εξάρτησης. Ο κλάδος αποτελεί σημαντικό χρήστη και δεσμεύεται να μετρά, να εξοικονομεί και να επενδύει· ταυτόχρονα, καθώς δεν υπάρχει βιώσιμος τουρισμός χωρίς υδατική ασφάλεια.

Η διαχείριση του νερού, ωστόσο, δεν είναι ζήτημα ενός μόνο κλάδου. Η (υπερ)εκμετάλλευση των πόρων προέρχεται κατά κύριο λόγο από άλλες χρήσεις, και ο τουρισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αποκλειστικά υπεύθυνος. Ζητούμενο είναι η συνέργεια δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, όχι η στοχοποίηση.

Ενδεικτικά, ένας επισκέπτης σε κατάλυμα καταναλώνει διεθνώς κατά μέσο όρο περισσότερο νερό από έναν μόνιμο κάτοικο, με τα μεγέθη να ποικίλλουν σημαντικά ανά τύπο καταλύματος, περιοχή και εποχή. Το ουσιώδες δεν είναι η απόλυτη κατανάλωση, αλλά ο έντονα εποχικός και χωρικά συγκεντρωμένος χαρακτήρας της, ακριβώς στις περιοχές με τη μικρότερη υδατική επάρκεια.

Ως εκ τούτου απαιτείται, σχεδιασμός και άμεση εφαρμογή μιας ολιστικής πολιτικής για τους υδατικούς πόρους, η οποία εκτός από οικονομικά και τεχνικά ζητήματα θα λαμβάνει υπόψη και περιβαλλοντικά, πολιτιστικά και κοινωνικά θέματα. Ενδεικτικά απαιτούνται:

  • Δημιουργία ενός εθνικού δικτύου μετρήσεων, παρακολούθησης και επεξεργασίας στοιχείων πεδίου (ποσότητα, ποιότητα, αξιοποίηση επιφανειακών και υπόγειων υδάτων).
  • Εξορθολογισμός των χρήσεων νερού, ιδιαίτερα για την αγροτική χρήση, με σημαντική μείωση της συμμετοχής της στη ζήτηση νερού σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.
  • Aδειοδότηση μονάδων αφαλάτωσης
  • Βελτίωση της αποδοτικότητας του αρδευτικού νερού μέσω κατάλληλων τεχνικών και μέτρων, π.χ., έξυπνες μέθοδοι άρδευσης, συντήρηση ή/και αντικατάσταση αρδευτικών δικτύων για μείωση των απωλειών κ.λπ.
  • Ενημέρωση, καθοδήγηση και εκπαίδευση της κοινής γνώμης για τα θέματα της βιώσιμης διαχείρισης των υδατικών πόρων κάτω από συνθήκες περιβαλλοντικών αλλαγών (κλιματική αλλαγή, αλλαγή των χρήσεων γης).

Σημειώνεται, επίσης, ότι ορισμένες πτυχές που αφορούν άμεσα τους τουριστικούς προορισμούς — ιδίως τη νησιωτική Ελλάδα — δεν έχουν αποτυπωθεί επαρκώς σε επίπεδο ρυθμίσεων.

Οι προτάσεις του ΣΕΤΕ συνοψίζονται σε τέσσερις (4) άξονες:

α. Υποδομές και επάρκεια

  • Εκσυγχρονισμός και ολοκλήρωση των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης, ιδίως σε τουριστικούς οικισμούς του παράκτιου και νησιωτικού χώρου, όπου οι δημόσιες υποδομές υπολείπονται των αυξανόμενων ροών.
  • Σχεδιασμός των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων με βάση τον εξυπηρετούμενο πληθυσμό αιχμής και όχι τον μόνιμο.
  • Διασφάλιση πόσιμου νερού από τη βρύση σε κάθε προορισμό, ως προϋπόθεση και για την ουσιαστική μείωση των πλαστικών φιαλών.

β. Ρυθμιστικό πλαίσιο και αδειοδότηση

  • Απλοποίηση και τυποποίηση της αδειοδότησης μονάδων αφαλάτωσης, με πρότυπες προδιαγραφές και ενιαία διαδικασία, υπό σαφείς περιβαλλοντικούς όρους.
  • Άρση της νομικής ασάφειας του άρθρου 14 του ν. 2971/2001 ως προς τους υποθαλάσσιους αγωγούς μονάδων αφαλάτωσης και πισινών.
  • Ρητή αναφορά των τουριστικών χρήσεων ανακτημένου νερού και τυποποιημένη αδειοδότηση μονάδων ανάκτησης.
  • Σύνδεση της χωροθέτησης τουριστικών χρήσεων με το υδατικό ισοζύγιο, σε εναρμόνιση με το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό.
  • Διαστασιολόγηση των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων, με βάση τη Φ.Ι. και τον πληθυσμό στις τουριστικές περιοχές ειδικά σε περιόδους αιχμής
  • Δημιουργία μηχανισμού καταγραφής και υδρομέτρησης των μη ξενοδοχειακών τουριστικών χρήσεων ( βραχυχρόνιες μισθώσεις, ιδιωτικές πισίνες,  γεωτρήσεις κ.λπ.)
  • Εφαρμογή πλαισίου  δεικτών και παρακολούθησης της εφαρμογής της ίδιας της Στρατηγικής.

γ. Χρηματοδοτικά εργαλεία και ανταποδοτικότητα

  • Ανταποδοτική διάθεση των εσόδων από τέλη (π.χ. Τέλος Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση) σε έργα υποδομών νερού και λυμάτων στις τοπικές κοινωνίες.
  • Προτεραιοποίηση των έργων ύδρευσης και με κριτήριο την τουριστική έκθεση των προορισμών· διεκδίκηση ειδικού χρηματοδοτικού σκέλους για τις υδατικά καταπονημένες περιοχές.
  • Σύνδεση της τιμολόγησης με την κατανάλωση και την αποδοτικότητα, και όχι με τον κλάδο χρήσης.

δ. Δεδομένα, μέτρηση και αυτορρύθμιση

  • Διακριτή μέτρηση της τουριστικής κατανάλωσης και πλήρης καταγραφή των μη ξενοδοχειακών τουριστικών υδροληψιών.
  • Θέσπιση πλαισίου παρακολούθησης και αξιολόγησης της ίδιας της Στρατηγικής, με δείκτες ανά τομέα χρήσης — αξιοποιώντας και την εμπειρία δεικτών του τομέα (πχ. πρωτοβουλία METRON Sustainable Tourism, ή δείκτες περιβαλλοντικής απόδοσης ΞΕΕ).

Τέλος, το κείμενο εστιάζει κυρίως στις υποδομές και στο θεσμικό πλαίσιο, χωρίς να αναδεικνύει επαρκώς τον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων στη διαχείριση των υδάτων. Προτείνεται να αξιολογηθεί η δημιουργία ενιαίου μηχανισμού συντονισμού μεταξύ ΥΠΕΝ, ΟΔΥΘ, Περιφερειών, Δήμων και ΔΕΥΑ, με σαφείς αρμοδιότητες, κοινό σύστημα παρακολούθησης και λογοδοσία.

ΕΙΔΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΝΑ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ:

Πολιτική 5.1 — Διαχείριση ζήτησης και εξοικονόμηση (σελ. 60–61)

Το Σχέδιο διαπιστώνει ότι η αιχμή της ζήτησης εκδηλώνεται Απρίλιο–Σεπτέμβριο και ότι οι υποδομές συχνά αξιοποιούνται μόλις δύο με τρεις μήνες ανά έτος, χωρίς ωστόσο να προτείνει εργαλείο διαχείρισης της αιχμής. Καταγράφει επίσης απώλειες δικτύων 32%–37% εκτός των μητροπολιτικών κέντρων, ποσοστό που στην Κρήτη προσεγγίζει το 49%.

Προτείνεται η διαχείριση της ζήτησης να αποκτήσει σαφή εποχική διάσταση, με ιεράρχηση χρήσεων που διασφαλίζει κατά προτεραιότητα την ύδρευση και την οικολογική παροχή. Παράλληλα, η μείωση του μη τιμολογούμενου νερού θα πρέπει να τεθεί ως προτεραιότητα και ως προϋπόθεση για κάθε πρόσθετη επιβάρυνση των τελικών χρηστών: οι επενδύσεις εξοικονόμησης των επιχειρήσεων αποδίδουν πλήρως μόνον εφόσον το δίκτυο που τις τροφοδοτεί λειτουργεί αποδοτικά.

Πολιτική 5.2 — Κυκλική οικονομία και επαναχρησιμοποίηση (σελ. 61–62)

Το Σχέδιο προωθεί την επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων για άρδευση, αστικό πράσινο, βιομηχανική χρήση και εμπλουτισμό υδροφορέων, χωρίς να κατονομάζει τις τουριστικές χρήσεις — παρότι σε αυτές η απόδοση είναι από τις υψηλότερες, ιδίως σε νησιωτικές περιοχές. Η αδειοδότηση μονάδων ανάκτησης παραμένει, εξάλλου, σύνθετη.

Προτείνεται να αναφερθούν ρητά οι τουριστικές χρήσεις χαμηλής υγειονομικής απαίτησης (άρδευση πρασίνου και αθλητικών χώρων, κοινόχρηστοι χώροι, τεχνικές χρήσεις) ανάμεσα στους αποδέκτες ανακτημένου νερού, και να τυποποιηθεί η αδειοδότηση των αντίστοιχων μονάδων, με σαφή ποιοτικά κριτήρια.

Πολιτική 5.3 — Προστασία υδατικών συστημάτων και επεξεργασία λυμάτων (σελ. 62–63)

Το Σχέδιο προβλέπει προτεραιοποίηση των επενδύσεων σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, ενόψει και των αυξημένων απαιτήσεων της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/3019. Οι εγκαταστάσεις σε τουριστικές περιοχές έχουν, ωστόσο, σχεδιαστεί κατά κανόνα με βάση τον μόνιμο πληθυσμό, με αποτέλεσμα κατά τη θερινή αιχμή να λειτουργούν στα όρια της δυναμικότητάς τους — ακριβώς όταν η ποιότητα των παράκτιων υδάτων έχει τη μέγιστη σημασία. Η καλή λειτουργία τους συνδέεται άμεσα με την ποιότητα των υδάτων κολύμβησης, βασικού πόρου του παράκτιου και νησιωτικού τουρισμού, ενώ παράγει και τη διαθέσιμη ποσότητα ανακτημένου νερού.

Προτείνεται η δυναμικότητα των εγκαταστάσεων στις τουριστικές περιοχές να σχεδιάζεται με βάση τον πληθυσμό αιχμής, και η επίδραση στην ποιότητα των υδάτων κολύμβησης να συνεκτιμάται στην προτεραιοποίηση των επενδύσεων.

Πολιτική 5.4 — Ανθεκτικότητα και κρίσιμες υποδομές (σελ. 63–64)

Σε ορισμένους νησιωτικούς προορισμούς η μεταφορά νερού με υδροφόρα πλοία έχει καταστεί επαναλαμβανόμενη πρακτική. Η ευρωπαϊκή γνωμοδότηση συνιστά, εξάλλου, τη συστηματική δοκιμή αντοχής των υποδομών ύδρευσης έναντι ξηρασίας, πλημμύρας και βλάβης — ζήτημα επιχειρησιακής συνέχειας για τους προορισμούς κατά τη θερινή αιχμή.

Προτείνεται η μεταφορά νερού με υδροφόρα να αντιμετωπίζεται ως έκτακτο και μεταβατικό μέτρο, με στόχο τη σταδιακή αντικατάστασή της από μόνιμες λύσεις, και οι υποδομές ύδρευσης των τουριστικών προορισμών να υποβάλλονται σε τακτικό έλεγχο αντοχής.

Σημ1. – Στον ναυτικό τουρισμό, το κρίσιμο ζήτημα εντοπίζεται στις μαρίνες, όπου απαιτείται διαθεσιμότητα κατάλληλης ποιότητας νερού για τον ανεφοδιασμό των σκαφών.

Σημ2 – Ως πρόταση του ιδιωτικού τομέα καταγράφεται, επίσης, η αξιοποίηση πλοίων της επιβατικής ακτοπλοΐας που παράγουν νερό επί του σκάφους (onboard) ως κινητών μονάδων υδροδότησης μικρών και απομακρυσμένων νησιών σε συνθήκες αιχμής ή κρίσης.

Πολιτική 5.5 — Χωροταξικός/πολεοδομικός σχεδιασμός και αδειοδότηση (σελ. 64–65)

Το Σχέδιο θέτει το υδατικό ισοζύγιο ως δεσμευτικό κριτήριο, ορίζοντας τη «φέρουσα ικανότητα» κάθε περιοχής με βάση την ποσοτική και ποιοτική επάρκεια των πόρων, και προβλέπει βελτίωση της αδειοδότησης των μονάδων αφαλάτωσης μέσω απλοποίησης του νομοθετικού πλαισίου και προτυποποίησης προδιαγραφών.

Οι κατευθύνσεις αυτές είναι θετικές, χρήζουν όμως εξειδίκευσης. Το ζητούμενο του κλάδου για την αφαλάτωση συνοψίζεται σε τέσσερα σημεία: αδειοδότηση, προδιαγραφές, νομική σαφήνεια και ένταξη στο ισοζύγιο.

  • Αδειοδότηση και προδιαγραφές

Σήμερα, για την παραχώρηση χρήσης αιγιαλού απαιτούνται σωρευτικά ακτομηχανική μελέτη (ή βεβαίωση ότι δεν απαιτείται), εγκεκριμένη Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων με το σύνολο των γνωμοδοτήσεων, και έγκριση τεχνικής μελέτης από την Περιφέρεια. Η σώρευση καθιστά τη διαδικασία χρονοβόρα και αποτρεπτική, ωθώντας μονάδες σε γεωτρήσεις — δηλαδή σε αύξηση της πίεσης στους υδροφορείς, το αντίθετο του επιδιωκόμενου. Προτείνεται η κατάρτιση πρότυπων προδιαγραφών και η καθιέρωση ταχείας διαδρομής αδειοδότησης για τις συμμορφούμενες μονάδες, με ολοκλήρωση της σε επίπεδο Κτηματικής Υπηρεσίας, σύμφωνη γνώμη της Διεύθυνσης Υδάτων και εκ των υστέρων ενημέρωση των περιβαλλοντικών όρων.

  • Νομική σαφήνεια — άρθρο 14 του ν. 2971/2001

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ρητά ότι η ρύθμιση για την πόντιση υποθαλάσσιων αγωγών καταλαμβάνει και τους αγωγούς των μονάδων αφαλάτωσης, όπως και των πισίνων, ώστε να αρθεί η υφιστάμενη ασάφεια που μεταφράζεται σε καθυστερήσεις και κόστος.

  • Περιβαλλοντικοί όροι

Η επιδιωκόμενη ταχύτητα δεν συνεπάγεται χαλάρωση της προστασίας. Αναπόσπαστες θεωρούνται η τεκμηριωμένη διαχείριση της άλμης και η προστασία των παράκτιων οικοσυστημάτων, η ενεργειακή κάλυψη με προτεραιότητα στις ανανεώσιμες πηγές, η μη υποκατάσταση της εξοικονόμησης από την αφαλάτωση, και η ένταξη της μονάδας στο τοπικό υδατικό ισοζύγιο.

  • Ένταξη στο υδατικό ισοζύγιο και χωροθέτηση

Το αφαλατωμένο και το ανακτημένο νερό θα πρέπει να προσμετρώνται στο υδατικό ισοζύγιο ως διακριτή κατηγορία μη συμβατικών πόρων, ώστε η επένδυση μιας μονάδας να λαμβάνεται υπόψη κατά την αδειοδότηση — χωρίς αυτό να υποκαθιστά την υποχρέωση αποκατάστασης της καλής κατάστασης των φυσικών υδατικών συστημάτων. Αντιστοίχως, το κριτήριο του υδατικού ισοζυγίου θα πρέπει να συνδεθεί ρητά με τη χωροθέτηση τουριστικών χρήσεων, ιδίως στα Υδατικά Διαμερίσματα Κρήτης και Νήσων Αιγαίου, σε εναρμόνιση με το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό. Η τεκμηρίωση υδατικής επάρκειας λειτουργεί, εξάλλου, προστατευτικά για τις ίδιες τις επενδύσεις, αποτρέποντας μελλοντικούς οριζόντιους περιορισμούς.

Η υστέρηση της χώρας στην αφαλάτωση είναι μετρήσιμη: παρότι η Ελλάδα διαθέτει τον μεγαλύτερο αριθμό μονάδων στη Μεσόγειο, η συνολική παραγωγή αντιστοιχεί σε περίπου 3% του ευρωπαϊκού αφαλατωμένου νερού, έναντι 68% της Ισπανίας και 8% της Κύπρου — η χώρα μας διαθέτει, δηλαδή, πλήθος  μικρών νησιωτικών μονάδων με περιορισμένη δυναμικότητα. Η Κύπρος, που καλύπτει περί το 70% του πόσιμου νερού της από αφαλάτωση, έχει ήδη προχωρήσει σε επιδότηση ξενοδοχείων για ίδιες μονάδες και σε απλοποίηση της αδειοδότησης[1] — δηλαδή στην κατεύθυνση που προτείνεται εδώ.

Πολιτική 5.6 — Ψηφιοποίηση, δεδομένα και μητρώα (σελ. 65–66)

Η τουριστική κατανάλωση δεν αποτυπώνεται σήμερα ως διακριτή κατηγορία, γεγονός που δυσχεραίνει τον στοχευμένο σχεδιασμό μέτρων. Παράλληλα, η αναφορά σε «μεγάλες τουριστικές μονάδες» αφήνει εκτός τις μικρότερες μονάδες, τις  βραχυχρόνιες μισθώσεις, τις ιδιωτικές πισίνες, τις γεωτρήσεις κ.λπ.— τη διάχυτη και ταχύτερα αυξανόμενη πίεση. Τα οργανωμένα καταλύματα είναι μετρήσιμα και ελέγξιμα· οι διάσπαρτες αυτές χρήσεις όχι. Πέραν της ορθής διαχείρισης, πρόκειται και για ζήτημα ίσων όρων ανταγωνισμού.

Θα πρέπει να αναγνωριστεί η ανάγκη διακριτής αποτύπωσης της τουριστικής κατανάλωσης και πλήρους καταγραφής των μη ξενοδοχειακών υδροληψιών, με αξιοποίηση έξυπνων μετρητών και συστημάτων ελέγχου διαρροών.

Πολιτική 5.7 — Οικονομικά εργαλεία και τιμολόγηση (σελ. 67–68)

Το Σχέδιο προβλέπει διαφοροποίηση της τιμολόγησης ανά τομέα χρήσης, με ρητή αναφορά και στον τουριστικό τομέα. Η διατύπωση ενδέχεται να ερμηνευθεί ως οριζόντια επιβάρυνση των τουριστικών επιχειρήσεων  βάσει του κλάδου στον οποίο ανήκουν και όχι της πραγματικής χρήσης.

Θα πρέπει η διαφοροποίηση της τιμολόγησης να συνδέεται με την κατανάλωση, την αποδοτικότητα και το υδατικό αποτύπωμα του χρήστη, ώστε να επιβραβεύεται η αποδοτική χρήση.

Κρίσιμη, τέλος, είναι η ανταποδοτικότητα. Τα έσοδα από τέλη που βαρύνουν τον τουρισμό — όπως το Τέλος Ανθεκτικότητας — θα πρέπει να κατευθύνονται με διαφάνεια σε έργα υποδομών νερού και λυμάτων στις τοπικές κοινωνίες που τα παράγουν.

Πολιτική 5.8 — Ενημέρωση, διαφάνεια και συμμετοχή (σελ. 68)

Σε σημαντικό αριθμό προορισμών το νερό του δικτύου δεν είναι πόσιμο ή δεν γίνεται αντιληπτό ως πόσιμο. Η εξάρτηση από εμφιαλωμένο νερό που προκύπτει είναι πολλαπλά επιβαρυντική: συσσωρεύει πλαστικά απορρίμματα ακριβώς την περίοδο και στα μέρη —ιδίως στα νησιά— όπου τα συστήματα διαχείρισης είναι πιο αδύναμα, προσθέτει ανθρακικό αποτύπωμα μεταφοράς, και υπονομεύει τις δεσμεύσεις μείωσης των πλαστικών μίας χρήσης.

Πρόκειται πρωτίστως για ζήτημα υποδομής και όχι συμπεριφοράς: οι δράσεις ευαισθητοποίησης των επισκεπτών, τις οποίες ο κλάδος υποστηρίζει και υλοποιεί, δεν υποκαθιστούν τη διασφάλιση πόσιμου νερού στο σημείο κατανάλωσης. Προτείνεται να τεθεί ως στόχος η πόσιμη ποιότητα στο σημείο κατανάλωσης στους τουριστικούς προορισμούς, με τακτική δημοσιοποίηση των ελέγχων ποιότητας ανά πάροχο και οικισμό.

Κεφάλαια 6 και 7 — Στρατηγικές προτεραιότητες και διακυβέρνηση (σελ. 70–73)

Το Σχέδιο περιλαμβάνει ευρύ σύνολο πολιτικών κατευθύνσεων, χωρίς όμως να προσδιορίζει πώς θα παρακολουθείται και θα αξιολογείται η εφαρμογή της ίδιας της Στρατηγικής — δεν ορίζονται δείκτες, τιμές αναφοράς ή ενδιάμεσοι στόχοι.

Αντιστοίχως, οι Λύσεις Βασισμένες στη Φύση αναδεικνύονται ορθώς, χωρίς να αποσαφηνίζονται οι προϋποθέσεις υλοποίησής τους.

Θα πρέπει να θεσπιστεί ενιαίο πλαίσιο παρακολούθησης και αξιολόγησης της Στρατηγικής, με δείκτες ανά τομέα χρήσης, και να αποσαφηνιστεί το θεσμικό και αδειοδοτικό πλαίσιο υλοποίησης των Λύσεων Βασισμένων στη Φύση.


 

Facebook
Twitter
LinkedIn
Παρακαλώ περιμένετε…

Εγγραφή στο newsletter

Σε συμμόρφωση με τις προβλέψεις του νέου Γενικού Κανονισμού Προστασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ΕΕ 679/2016 (GDPR), ο ΣΕΤΕ χρειάζεται τη συγκατάθεσή σας για να επικοινωνεί μαζί σας, προκειμένου να λαμβάνετε τα newsletters του. Οι επικοινωνίες αυτές πραγματοποιούνται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Για να δείτε την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα του ΣΕΤΕ, παρακαλούμε πατήστε εδώ.