Κανόνες Δεοντολογίας

ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ


ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ


Ι.1. Ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ("ΣΕΤΕ") και τα Μέλη του δεσμεύονται να τηρούν υψηλούς κανόνες δεοντολογίας προς το συμφέρον του συνόλου των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων αλλά και για την προαγωγή του ελληνικού τουρισμού γενικότερα. 

I.2. Η θέσπιση Κανόνων Δεοντολογίας και συμπεριφοράς για την προστασία του καταναλωτή και τη διαφύλαξη του ποιοτικού επιπέδου των τουριστικών επιχειρήσεων καθώς και του πνεύματος συνεργασίας μεταξύ των Μελών του ΣΕΤΕ αποτελεί καταστατικό σκοπό του Συνδέσμου η εκπλήρωση του οποίου είναι καθήκον των Μελών του ΣΕΤΕ.

I.3. Οι κανόνες του παρόντος Κώδικα Δεοντολογίας συμφωνούνται ως δεσμευτικοί για τα Μέλη του ΣΕΤΕ τόσο ως προς τις σχέσεις τους προς το κοινό και τους συναλλασσόμενους όσο και ως προς τις σχέσεις των Μελών με τον ΣΕΤΕ και μεταξύ τους. 

I.4. Ο ΣΕΤΕ έχει δικαίωμα ελέγχου των Μελών του σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του Καταστατικού καθώς και των κανόνων του παρόντος Κώδικα Δεοντολογίας. Σύμφωνα με το Καταστατικό του ΣΕΤΕ κάθε παράβαση της νομοθεσίας για τα σωματεία καθώς και κάθε άλλη παράβαση των διατάξεων του Καταστατικού και των Κανόνων Δεοντολογίας αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα έναντι του Συνδέσμου και επισύρουν προσωρινή ή οριστική αποβολή από τον ΣΕΤΕ εφ' όσον αποφασίσει σχετικά η Γενική Συνέλευση ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου.

I.5. Τα Μέλη του ΣΕΤΕ κατά την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας αναλαμβάνουν να τηρούν τις αρχές της νομιμότητας, της ακεραιότητας, της αξιοπρέπειας και της αλληλεγγύης με στόχο την προσφορά τουριστικών υπηρεσιών υψηλού επιπέδου καθώς και την ανάπτυξη πνεύματος αμοιβαίας υποστηρίξεως μεταξύ των Μελών του ΣΕΤΕ, σύμφωνα με το Καταστατικό του Συνδέσμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΣΕΤΕ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΟΙΝΟ

II.1. Οι επιχειρήσεις-Μέλη του ΣΕΤΕ κατά την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας αναλαμβάνουν να τηρούν πέραν της αυτονόητης αρχής της νομιμότητας και τις παρακάτω γενικές αρχές και να εκπαιδεύουν ανάλογα τους συνεργάτες τους σε αυτές: 1. Σεβασμός και φιλοφρόνηση προς τον πελάτη. 2. Σεβασμός και φροντίδα για το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον. 3. Γνώση, διατήρηση και προβολή της ελληνικής και τοπικής παράδοσης. 4. Υπευθυνότητα και σοβαρότητα στις σχέσεις με τον πελάτη, τις δημόσιες αρχές και τους συναλλασσόμενους εν γένει. 5. Διακριτικότητα και προστασία της ιδιωτικής ζωής του πελάτη και δημιουργία ευχάριστης ατμόσφαιρας διακοπών.

II.2. Πληροφορίες, διαφημίσεις και περιγραφές που δίνονται από τα Μέλη του ΣΕΤΕ προς τρίτους σχετικά με τις επιχειρήσεις τους οφείλουν να είναι πλήρεις, σαφείς και ακριβείς και να μην περιέχουν παραπλανητικά στοιχεία. 

II.3. Η μεταχείριση των πελατών του ΣΕΤΕ πρέπει να ανταποκρίνεται στις πληροφορίες, διαφημίσεις και περιγραφές που δίνουν τα Μέλη σχετικά με την επιχείρησή τους.

ΙΙ.4. Προσφορές με ευνοϊκούς οικονομικούς ή άλλους όρους προς το κοινό πρέπει να είναι αληθείς και να μην υποκρύπτουν αθέμιτο ανταγωνισμό.

II.5. Οι τουριστικές εγκαταστάσεις, τα χερσαία, θαλάσσια και εναέρια μέσα μαζικής μεταφοράς των Μελών του ΣΕΤΕ πρέπει να παρέχουν πλήρη ασφάλεια, άνεση, καθαριότητα και κατά το δυνατό αισθητική ικανοποίηση στους πελάτες.

ΙΙ.6. Οι παρεχόμενες υπηρεσίες κατά τη διαμονή, τη διακίνηση και την εστίαση των πελατών των επιχειρήσεων Μελών του ΣΕΤΕ, πρέπει να διέπονται από πνεύμα σεβασμού και εξυπηρετήσεως και να τηρούνται οι παραδοσιακές αρχές της ελληνικής φιλοξενίας. 

ΙΙ.7. Τα προσφερόμενα προς πώληση ή προς κατανάλωση προϊόντα των επιχειρήσεων Μελών του ΣΕΤΕ, πρέπει να είναι ικανοποιητικά και σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία και τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης αγοράς κατά περίπτωση.

ΙΙ.8. Η τιμολόγηση των πελατών των επιχειρήσεων Μελών του ΣΕΤΕ πρέπει να είναι σαφής και με πλήρη επεξήγηση προς τους πελάτες.

ΙΙ.9. Το προσωπικό των επιχειρήσεων Μελών του ΣΕΤΕ, πρέπει να εκπαιδεύεται κατάλληλα ώστε να ικανοποιεί τις αρχές του παρόντος Κώδικα και στις προσωπικές επαφές να δημιουργεί ατμόσφαιρα ειλικρινούς προθυμίας για τη εξυπηρέτηση των πελατών. 

IΙ.10. Οι επιχειρήσεις Μέλη του ΣΕΤΕ κατά την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας πρέπει να χρησιμοποιούν το σήμα του ΣΕΤΕ στα έντυπα, εγκαταστάσεις και λοιπά μέσα προβολής και διαφημίσεως ως σύμβολο ήθους και ποιότητας εγκαταστάσεων, προϊόντων και υπηρεσιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΣΕΤΕ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ

ΙΙΙ.1. Τα Μέλη του ΣΕΤΕ ασκούν, κατά το Καταστατικό, τουριστικές επιχειρήσεις με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.

ΙΙΙ.2. Η ανάπτυξη πνεύματος συνεργασίας και αλληλεγγύης μεταξύ των Μελών του ΣΕΤΕ καθώς και η αμοιβαία υποστήριξη περιλαμβάνονται στους ειδικότερους σκοπούς του καταστατικού του ΣΕΤΕ.

ΙΙΙ.3. Οι επιχειρηματικές σχέσεις των Μελών του ΣΕΤΕ μεταξύ τους, πρέπει να διέπονται από τις αρχές της νομιμότητας, της ειλικρίνειας και της καλής πίστεως και να τηρούνται τα συναλλακτικά ήθη στα πλαίσια της ελεύθερης και ανταγωνιστικής αγοράς.

ΙΙΙ.4. Τα Μέλη του ΣΕΤΕ πρέπει να απέχουν από ενέργειες και πράξεις που αφ' ενός μεν μπορεί να προξενήσουν βλάβη στο κύρος και τους καταστατικούς σκοπούς του ΣΕΤΕ, αφ ετέρου δε, να αποτελέσουν αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ τους όπως π.χ. αθέμιτη απόσπαση πελατείας, αθέμιτη εκμετάλλευση επιχειρηματικών ευκαιριών κ.τ.λ. 

ΙΙΙ.5. Τα Μέλη του ΣΕΤΕ πρέπει να απέχουν από ενέργειες και πράξεις που μπορεί τυχόν να οδηγήσουν σε δυσφήμιση Μελών του ΣΕΤΕ, ειδικότερα δε να τηρούν την αρχή της εχεμύθειας για επιχειρηματικά γεγονότα ή στοιχεία ή δημοσιοποίηση ή εκμετάλλευση των οποίων μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη των συμφερόντων Μέλους του ΣΕΤΕ ή του ελληνικού τουρισμού γενικότερα.

ΙΙΙ.6. Τα Μέλη του ΣΕΤΕ πρέπει να ενημερώνουν τον ΣΕΤΕ και να ανταλλάσσουν εμπιστευτικά πληροφορίες και στοιχεία που αφορούν στην ελληνική ή και αλλοδαπή τουριστική αγορά και που περιέρχονται σε γνώση τους, επηρεάζουν δε σημαντικά την επιχειρηματική δραστηριότητα Μέλους ή Μελών του ΣΕΤΕ ή τον ελληνικό τουρισμό γενικότερα όπως π.χ. φερεγγυότητα συμβεβλημένων επιχειρήσεων, αντισυμβατική συμπεριφορά, παραβάσεις συμβατικών υποχρεώσεων, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, επιβλαβείς για τον ελληνικό τουρισμό κρίσεις κ.τ.λ. 

ΙΙΙ.7. Τα Μέλη του ΣΕΤΕ πρέπει να παρέχουν πρόθυμα πληροφορίες και στοιχεία μεταξύ τους σχετικά με την προϋπηρεσία και απασχόληση προσωπικού και να απέχουν από ενέργειες αθέμιτης αποσπάσεως εργατικού δυναμικού. 

ΙΙΙ.8. Τα Μέλη του ΣΕΤΕ πρέπει να συνεργάζονται πρόθυμα μεταξύ τους κατά κλάδους, κατά τόπους ή και γενικότερα και να ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με τον καθορισμό οικονομικής ή τιμολογιακής πολιτικής, επιφυλασσομένων όμως πάντοτε των αρχών του ελεύθερου ανταγωνισμού και της αποφυγής της αθέμιτης συμπράξεως επιχειρήσεων, προς το συμφέρον του ελληνικού τουρισμού γενικότερα. 

ΙΙΙ.9. Τα Μέλη του ΣΕΤΕ πρέπει να εξυπηρετούν κατά το δυνατόν και κατά προτεραιότητα συγκεκριμένα αιτήματα παροχής βοηθείας και υποστηρίξεως προς άλλα Μέλη του ΣΕΤΕ κατά την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας όπως π.χ. περιπτώσεις πρόσκαιρης και ανυπαίτιας αδυναμίας εκπληρώσεως συμβατικών υποχρεώσεων έναντι τρίτων, περιπτώσεις υπέρ-κρατήσεων, απεργιών κ.τ.λ.

ΙΙΙ.10. Κατά την τιμολόγηση των υπηρεσιών ή της χρήσεως εγκαταστάσεων ή μεταφορικών μέσων ή και προϊόντων εν γένει τα Μέλη του ΣΕΤΕ εφ' όσον συνεργάζονται επιχειρηματικά μεταξύ τους πρέπει να εφαρμόζουν τη ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου πελάτη (best client base) είτε πρόκειται για πληρωμή από μέλος είτε πρόκειται για πληρωμή προς Μέλος του ΣΕΤΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ - ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ

IV.1. Η αρμοδιότητα ελέγχου των Μελών του ΣΕΤΕ για την τήρηση του Καταστατικού και των Κανόνων Δεοντολογίας ανήκει στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΕΤΕ. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου κατά το άρθρο 30 του Καταστατικού, το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να συστήσει Επιτροπή Δεοντολογίας καθορίζοντας συγχρόνως τον αριθμό των μελών, τις αρμοδιότητες και τον κανονισμό λειτουργίας της Επιτροπής σε σχέση με τον έλεγχο τηρήσεως των διατάξεων του Καταστατικού και των Κανόνων Δεοντολογίας. 

IV.2. Με σκοπό την αποφυγή τυχόν δικαστικών διενέξεων των Μελών του ΣΕΤΕ μεταξύ τους κατά την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, τα Μέλη του ΣΕΤΕ εφ' όσον έχουν παράπονα κατά άλλου μέλους που βασίζονται στις διατάξεις του Καταστατικού ή στους Κανόνες Δεοντολογίας, υποβάλλουν σχετική αίτηση ελέγχου προς το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΕΤΕ ή την Επιτροπή Δεοντολογίας, εφ' όσον έχει συσταθεί. 

IV.3. Το Διοικητικό Συμβούλιο (ή η Επιτροπή), έχει δικαίωμα να εξετάσει τα παράπονα του μέλους με όλα τα πρόσφορα κατά την κρίση του μέσα, δεν μπορεί όμως να εκδώσει απόφαση ελέγχου χωρίς προηγουμένως να έχει καλέσει το Μέλος κατά του οποίου διενεργείται ο έλεγχος να δώσει εξηγήσεις. Σε περίπτωση αρνήσεως του μέλους να δώσει εξηγήσεις, εφ' όσον έχει κληθεί τρεις φορές ανά διαστήματα 15 ημερών, το Διοικητικό Συμβούλιο (ή η Επιτροπή) έχει το δικαίωμα να εκδώσει την απόφαση ελέγχου και χωρίς εξηγήσεις και να προχωρήσει στη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του Καταστατικού του ΣΕΤΕ που ορίζει τα πειθαρχικά παραπτώματα έναντι του ΣΕΤΕ καθώς και τις συνέπειες που έχουν αυτά.

IV.4. Με σκοπό την αποφυγή τυχόν δικαστικών διενέξεων μεταξύ τους, τα Μέλη του ΣΕΤΕ κατά την επιχειρηματική τους δραστηριότητα εφ' όσον συμβάλλονται μεταξύ τους με έγγραφο πρέπει να περιλαμβάνουν στο σχετικό έγγραφο συμφωνία ρήτρας διαιτησίας με την οποία να υποβάλλουν κάθε διαφορά σχετική με τη συγκεκριμένη έγγραφη συμφωνία σε αποκλειστική διαιτησία, με διαιτητές οριζόμενους ανά ένα από κάθε μέρος και επιδιαιτητή τον εκάστοτε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΕΤΕ και σε περίπτωση κωλύματος του Προέδρου, έναν από τους Αντιπροέδρους του ΣΕΤΕ και σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 867 και εξής του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 

IV.5. Με σκοπό την αποφυγή τυχόν δικαστικών διενέξεων εις βάρος ή υπό Μελών του ΣΕΤΕ και υπό ή κατά τρίτων, τα Μέλη του ΣΕΤΕ κατά την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, εφ' όσον συμβάλλονται με τρίτους μη Μέλη του ΣΕΤΕ με έγγραφο, έχουν την δυνατότητα να επιδιώξουν να περιληφθεί στο σχετικό έγγραφο συμφωνία ρήτρας διαιτησίας με την οποία να υποβάλλουν κάθε διαφορά σχετική με την συγκεκριμένη έγγραφη συμφωνία σε αποκλειστική διαιτησία με διαιτητές οριζόμενους ανά ένα από κάθε μέρος και επιδιαιτητή τον εκάστοτε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΕΤΕ και σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 867 του Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας.

IV.6. Στις ανωτέρω ΙΙΙ.4. και ΙΙΙ.5. περιπτώσεις, ο επιδιαιτητής αποδεχόμενος το διορισμό του, πρέπει να δηλώσει ότι ποσοστό ...% της αμοιβής του που θα ορίσει η διαιτητική απόφαση (πλην εξόδων), θα διατεθεί υπέρ του ΣΕΤΕ για την εκπλήρωση των καταστατικών του σκοπών. 

IV.7. Με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μελών του ΣΕΤΕ ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΕΤΕ, μπορεί να επιδιωχθεί η έκδοση Προεδρικού Διατάγματος για την καθιέρωση μόνιμης διαιτησίας του ΣΕΤΕ για τις διαφορές των μελών του κατά το άρθρο 902 του Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

ΙΣΧΥΣ ΚΑΝΟΝΩΝ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

V.1. Ο παρών Κώδικας Κανόνων Δεοντολογίας ισχύει αφ' ότου κοινοποιηθεί με απόδειξη προς κάθε ένα Μέλος του ΣΕΤΕ. 

V.2. Ο παρών Κώδικας Κανόνων Δεοντολογίας μπορεί να τροποποιηθεί ελεύθερα από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΕΤΕ, η τροποποίηση όμως ισχύει αφ'ότου κοινοποιηθεί με απόδειξη προς κάθε ένα Μέλος του ΣΕΤΕ.

ΑΘΗΝΑ Φεβρουαρίου 1995

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΣΕΤΕ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                         Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

                                                  Σ. ΚΟΚΟΤΟΣ                                                                   Σ. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ

ΚΛΕΙΣΙΜΟ