ΘΕΣΕΙΣ ΣΕΤΕ

21 ΦΕΒ 2022

Σχόλια ΣΕΤΕ στη Δημόσια διαβούλευση του έργου «Εκπόνηση Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών, Σύνταξη Προεδρικών Διαταγμάτων Προστασίας και Σχεδίων Διαχείρισης για τις Περιοχές του Δικτύου Natura 2000»

Η διατήρηση και προστασία της βιοποικιλότητας, της φύσης και του τοπίου αποτελεί ουσιώδη διάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης και της ολοκληρωμένης διαχείρισης των περιβαλλοντικά ευαίσθητων και αξιόλογων περιοχών. Παράλληλα, το υψηλής ποιότητας φυσικό περιβάλλον και το τοπίο αποτελούν βασικό πόρο για τον ελληνικό τουρισμό που είναι η σημαντικότερη παραγωγική δραστηριότητα της Χώρας. Στο πλαίσιο αυτό η βιώσιμη ανάπτυξη που συνθέτει και σταθμίζει κοινωνικούς, οικονομικούς και περιβαλλοντικούς στόχους και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και του τοπίου ανήκει στη βασική στοχοθεσία και τις προτεραιότητες του ΣΕΤΕ. 

Η δημόσια διαβούλευση επί των τριών πρώτων Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών έχει στην παρούσα συγκυρία ιδιαίτερη σημασία. Και αυτό όχι μόνο επειδή είναι αναγκαίο να γίνουν τα απαραίτητα βήματα για να καλυφθούν οι πολυετείς καθυστερήσεις της Πολιτείας να καθορίσει τους στόχους διατήρησης και τα κατάλληλα μέτρα διατήρησης για τους τόπους Κοινοτικής σημασίας, όπως άλλωστε έχει ήδη διαπιστωθεί από το Δικαστήριο της ΕΕ. Αλλά και διότι οι τρεις πρώτες Ε.Π.Μ. εκπονούνται σε εφαρμογή των νέων διατάξεων του ν. 4685/2020, με τις οποίες τα ΠΔ οριοθέτησης και χαρακτηρισμού των προστατευόμενων περιοχών φαίνεται να αποκτούν χαρακτηριστικά σχεδίων χρήσεων γης, που καθορίζουν την εν γένει χωροταξική και πολεοδομική ταυτότητα, φυσιογνωμία και λειτουργία των προστατευόμενων περιοχών. 

Με τον τρόπο αυτό οι Ε.Π.Μ. δεν περιορίζονται στον καθορισμό ζωνών προστασίας, μέτρων και στόχων διατήρησης, όπως στο παρελθόν, αλλά επιτελούν ρόλο εργαλείου χωρικού σχεδιασμού σε τοπικό επίπεδο. Ενός σχεδιασμού που θα είναι δεσμευτικός στο μέλλον τόσο για τη Διοίκηση όσο και τους πολίτες για την ανάπτυξη και εγκατάσταση σχεδόν κάθε είδους ανθρωπογενούς δραστηριότητας στον χώρο. 

Για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό να διεξάγονται ευρύτατες και ουσιαστικές διαβουλεύσεις με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, την τοπική αυτοδιοίκηση και την τοπική κοινωνία, καθώς και να δίδονται στους μελετητές ουσιαστικές και σαφείς κατευθύνσεις σε μία σειρά από ουσιώδη θέματα, όπως ιδίως τα εξής: 

α) η συσχέτιση των προτεινόμενων ζωνών και χρήσεων με τις προβλέψεις και κατευθύνσεις του υπερκείμενου σχεδιασμού (ειδικά και περιφερειακά χωροταξικά πλαίσια, ρυθμιστικά σχέδια κ.λπ.)

β) η συσχέτιση των προτεινόμενων ζωνών και χρήσεων με τις ρυθμίσεις και τις προβλέψεις του υφιστάμενου ή του υπό εκπόνηση για κάθε περιοχή τοπικού ή ειδικού σχεδιασμού (Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό, ΓΠΣ, ΣΧΟΑΑΠ, ΤΠΣ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΔΑ, ΕΣΧΑΣΕ, οργανωμένοι υποδοχείς δραστηριοτήτων κ.λπ.).

γ) η αντιμετώπιση των ήδη αδειοδοτημένων ή υπό αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων και

δ) η αντιμετώπιση των οικισμών που δεν έχουν ακόμη οριοθετηθεί με τις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία διοικητικές πράξεις.

ε) την υποχρέωση και τα κριτήρια τεκμηρίωσης των προτεινόμενων χρήσεων γης και λοιπών περιορισμών  

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 

Α. Διαφοροποίηση μεθοδολογικών προσεγγίσεων Ε.Π.Μ. 

Διαπιστώνεται σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των μεθοδολογικών προσεγγίσεων μεταξύ των Ε.Π.Μ., ιδίως σε ό, τι αφορά το Κεφάλαιο 4 για τη Ζωνοποίηση, την τεκμηρίωση της επιλογής χρήσεων γης και την αντιμετώπιση των αδειοδοτημένων επενδύσεων και έργων. Μία πιθανή αιτία για το πρόβλημα αυτό μπορεί να είναι το γεγονός ότι οι τεχνικές προδιαγραφές για την εκπόνηση των Ε.Π.Μ. δεν έχουν εγκριθεί με κάποια διοικητική πράξη κανονιστικής ισχύος, αλλά έχουν συνταχθεί και αποσταλεί στους μελετητές είτε από την Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου είτε από τον Συντονιστή του Έργου εκπόνησης των Ε.Π.Μ..

Για τον λόγο αυτό, όπως προαναφέρθηκε είναι σημαντικό να υπάρχουν σαφείς κατευθύνσεις και οδηγίες προς τους μελετητές ως προς τα παρακάτω σημεία και ειδικότερα: 

Συσχέτιση με τον υπερκείμενο σχεδιασμό: Με την αναβάθμιση των Ε.Π.Μ. και των ΠΔ οριοθέτησης σε εργαλείο για τον καθορισμό χρήσεων γης, είναι αναγκαίο να λαμβάνονται υπόψη οι κατευθύνσεις του υπερκείμενου σχεδιασμού για την χωροταξική και πολεοδομική λειτουργία κάθε περιοχής (Ειδικά και Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια, Ρυθμιστικά Σχέδια κ.λπ.). Δηλαδή θα πρέπει να τεκμηριώνεται εάν και σε ποιο βαθμό οι προτεινόμενες χρήσεις είναι συμβατές με τον υπερκείμενο σχεδιασμό ή εάν αποκλίνουν από αυτόν και για ποιον λόγο. 

Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαίο να ολοκληρωθεί η εκπόνηση και έγκριση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό, ώστε να υπάρχουν συγκεκριμένες και σαφείς κατευθύνσεις για την ανάπτυξη των τουριστικών δραστηριοτήτων σε προστατευόμενες περιοχές. 

Συσχέτιση με τον τοπικό σχεδιασμό: Είναι σημαντικό να μην υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ των προτάσεων των Ε.Π.Μ. και των προβλέψεων του υφιστάμενου ή υπό εκπόνηση τοπικού ή ειδικού σχεδιασμού για κάθε περιοχή. Δηλαδή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ρυθμίσεις και οι προβλέψεις των εγκεκριμένων ή υπό εκπόνηση ΓΠΣ, ΣΧΟΟΑΠ, ΤΠΣ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΔΑ, ΕΣΧΑΣΕ, καθώς και άλλων ειδικών σχεδίων χρήσεων γης, οργανωμένων υποδοχέων κ.λπ.). Και όταν είναι απολύτως αναγκαίο να υπάρχουν ορισμένες αποκλίσεις από αυτά, αυτό θα πρέπει να γίνεται κατ’ εξαίρεση με τη λήψη συγκεκριμένων και σταθμισμένων μέτρων και όχι με συνολική και δραστική μεταβολή του καθεστώτος των χρήσεων γης. 

Αντιμετώπιση αδειοδοτημένων ή υπό αδειοδότηση επενδύσεων: Είναι αναγκαίο να μην επέρχονται μεταβολές στους όρους και τις δυνατότητες ανάπτυξης των ήδη αδειοδοτημένων ή υπό αδειοδότηση σχεδίων, προγραμμάτων, έργων και δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου. 

Μη οριοθετημένοι οικισμοί: Αποτελεί χρονίζον πρόβλημα η οριοθέτηση των οικισμών. Για τον λόγο αυτό είναι ορθό να εξαιρούνται των προτάσεων των Ε.Π.Μ. οι οικισμοί ανεξάρτητα από το εάν έχουν οριοθετηθεί με τις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία διοικητικές πράξεις ή όχι. 

Β. Δημοσιότητα και δεσμευτικότητα των πληροφοριών και δεδομένων που λαμβάνονται υπόψη κατά την εκπόνηση των Ε.Π.Μ. 

Οι Ε.Π.Μ. φαίνεται ότι βασίζονται και λαμβάνουν υπόψη δεδομένα και στοιχεία από διάφορες, μελέτες, έργα και προγράμματα που έχουν ήδη υλοποιηθεί κατά το παρελθόν, πολλά εκ των οποίων υλοποιούνται στο πλαίσιο των υποχρεώσεων της Χώρας που απορρέουν από την Οδηγία 92/43 (π.χ. έργο Εποπτείας Οικοτόπων κ.λπ.). Ωστόσο τα αποτελέσματα από τα Έργα και τα Προγράμματα αυτά, ενώ σε πολλές περιπτώσεις γνωστοποιούνται  στην ΕΕ και καθίστανται δεσμευτικά για τη Διοίκηση και τον πολίτη,  όμως παράλληλα δεν τίθενται σε ένα προπαρασκευαστικό σχέδιο (δηλαδή πριν την παραλαβή του έργου από την αρμόδια υπηρεσία) σε δημόσια διαβούλευση, ώστε να καταστούν γνωστά στο ευρύ κοινό σε επίκαιρο χρόνο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χαρτογράφηση οικοτόπων και οικοτόπων προτεραιότητας σε θέσεις που δεν είχαν διαπιστωθεί από προηγούμενες χαρτογραφήσεις. Είναι όμως αναγκαίο να διαχέεται, να γνωστοποιείται και να δημοσιοποιείται η σχετική περιβαλλοντική πληροφορία σε επίκαιρο χρονικό σημείο, ώστε να καθίσταται ελέγξιμη. 

Γ. Προτάσεις για τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης στις Ζώνες Διατήρησης Οικοτόπων και Ειδών του άρθρου 14γ του ΠΔ 59/2018 

Για τις Ζώνες Διατήρησης Οικοτόπων και Ειδών (άρθρο 14 γ ΠΔ 59/2018) προτείνεται οι χρήσεις της κατοικίας, των ειδικών αθλητικών εγκαταστάσεων, των εμπορικών καταστημάτων και καταστημάτων παροχής προσωπικών υπηρεσιών, (οι οποίες προβλέπονται μόνο για τις εντός σχεδίου και εντός ορίων οικισμών περιοχές), να επιτρέπονται και εντός οργανωμένων υποδοχέων τουριστικών δραστηριοτήτων του άρθρου 1 του ν. 4179/2013, οι οποίοι αναπτύσσονται και οργανώνονται βάσει ενιαίου σχεδιασμού, υποβάλλονται σε ΣΜΠΕ και προορίζονται να λειτουργήσουν κατά κύρια ή αποκλειστική χρήση ως οργανωμένοι χώροι ανάπτυξης παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. 

Δ. Σχεδιασμός οδικού δικτύου 

Η πρόβλεψη των οδών κίνησης μηχανοκίνητων μηχανημάτων κ.λπ. ως ειδικής χρήσης (με κωδικό 26.12.1 του ΠΔ 59/2018), που μπορεί να περιλαμβάνεται στις γενικές κατηγορίες χρήσεων των άρθρων 14α, 14β, 14γ και 14δ του ΠΔ 59/2018 φέρνει στην επιφάνεια το ζήτημα των προδιαγραφών και της διαδικασίας χαρακτηρισμού των δημοτικών οδών. Πρόκειται για ζήτημα που έχει ενσκήψει με ιδιαίτερη ένταση την τελευταία τριετία, κυρίως λόγω της νομολογίας του ΣτΕ για τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία αναγνώρισης του κοινόχρηστου χαρακτήρα των οδών (αγροτικών και δημοτικών) αλλά και για τον σχεδιασμό του οδικού δικτύου. 

Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι είναι απόλυτη ανάγκη να προταχθούν κατά προτεραιότητα από την πολιτεία οι μελέτες για την καταγραφή και τον σχεδιασμό του δημοτικού οδικού δικτύου σε επίπεδο Δημοτικής Ενότητας. Η καταγραφή και ο σχεδιασμός του δημοτικού οδικού δικτύου θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στην πρώτη φάση των μελετών Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων, οι οποίες προγραμματίζονται να προκηρυχθούν στο άμεσο μέλλον, ακόμη και αν γι’ αυτό είναι αναγκαίο να τροποποιηθούν αντίστοιχα οι σχετικές προδιαγραφές των ΤΠΣ. Η καταγραφή και ο σχεδιασμός του δημοτικού οδικού δικτύου αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του ορθολογικού χωροταξικού σχεδιασμού, έχει σοβαρές συνέπειες για τις δυνατότητες αξιοποίησης και για την οικοδομησιμότητα των παροδίων ακινήτων. Η συνεχιζόμενη έλλειψη καθορισμού του οδικού δικτύου (περιλαμβανομένων των βασικών αγροτικών δρόμων) που είναι αναγκαίο για την πρόσβαση σε περιοχές με δυνατότητες τουριστικής ή βιομηχανικής ανάπτυξης, δημιουργεί ανυπέρβλητο πρόβλημα για την έγκριση νέων επενδύσεων με αρνητικότατες συνέπειες στην επιδιωκόμενη  αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα των αρμόδιων αρχών.

 

Ε. Μελέτες Φέρουσας Ικανότητας και Σχέδια Διαχείρισης Επισκεπτών 

Στο σύνολο των Ε.Π.Μ. προβλέπεται εκτεταμένα ως βασικό μέτρο, η εκπόνηση Μελετών Φέρουσας Ικανότητας και Σχεδίων Διαχείρισης Επισκεπτών τόσο στο χερσαίο όσο και στο θαλάσσιο περιβάλλον. Ειδικότερα, οι μελέτες Φέρουσας Ικανότητας περιγράφονται ως το «βασικό εργαλείο για την οργάνωση της τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής, της ρύθμισης της επισκεψιμότητας αλλά και της παρακολούθησης της τουριστικής δραστηριότητας, λαμβάνοντας υπόψη τη φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων, αλλά και το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον της περιοχής, ώστε να μην υποβαθμίζεται η κατάσταση διατήρησης των σημαντικών ειδών και τ.ο.». Την ίδια στιγμή ήδη από τον μελετητή της Ε.Π.Μ. των Π.Ε. Λακωνίας (μέρος) και Μεσσηνίας αναγνωρίζεται ότι «η εμπειρία και τεχνογνωσία για την εκπόνηση μελετών εκτίμησης της φέρουσας ικανότητας σε τύπους οικοτόπων και είδη είναι περιορισμένες». Παράλληλα, αναφέρεται η «πιθανότητα μη αποδοχής των μέτρων από τον τουριστικό τομέα προβλέπεται να επιλυθεί με δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, απονομή τιμητικών τίτλων και πιστοποιητικών καλής πρακτικής.» 

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να τονισθεί η πάγια θέση του ΣΕΤΕ ότι η Φέρουσα Ικανότητα ενός τουριστικού προορισμού δεν πρέπει να θεωρηθεί ως μία επιστημονική έννοια ή ως ένας τύπος υπολογισμού ενός συγκεκριμένου αριθμού επισκεπτών, πολύ δε περισσότερο ως μία στατική έννοια. Θα πρέπει να θεωρηθεί μόνο ως ένα ευέλικτο και δυναμικό διαχειριστικό εργαλείο με στόχο την βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη που να εκτιμά το βέλτιστο επίπεδο ικανότητας (σ.σ. χωρητικότητας) μίας συγκεκριμένης περιοχής (Trumbic, 2005). 

Όπως είναι προφανές, η ανάπτυξη περιβαλλοντικών (πχ. αφαλάτωση ή τριτοβάθμια επεξεργασία υγρών αποβλήτων) ή κοινωνικών (πχ. εκσυγχρονισμός λιμενικής εγκατάστασης ή νοσοκομείου) υποδομών συμβάλει στην αύξηση της Φέρουσας Ικανότητας ενός προορισμού. Παράλληλα, θα πρέπει να τονισθεί ότι η καταλυτική πλειοψηφία των καλών πρακτικών κατά την εκτίμηση της Φέρουσας Ικανότητας στη Μεσόγειο αφορούν σε γεωγραφικά προσδιορισμένες περιοχές και νησιά, μικρού (<200 χλμ2) ή μεσαίου μεγέθους (<1000 χλμ2) κυρίως με πρωτοβουλία της τοπικής αυτοδιοίκησης, πχ. Calvia - Ισπανία, Elba – Ιταλία (PAP/RAC, 2003). 

Σε πρακτικό επίπεδο η Φέρουσα Ικανότητα δεν είναι μία μεθοδολογία που μπορεί με ακρίβεια να προσαρμοστεί σε συγκεκριμένα σενάρια τουριστικής ανάπτυξης καθώς αρκετά από τα κριτήρια κρίνονται ως υποκειμενικά (UNEP/CPB, 2007). Αντίθετα πιο αποτελεσματική φαίνεται η προσπάθεια διατήρησης μίας κοινά αποδεκτής ισορροπίας μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μερών στις διαφορετικές χρήσεις ενός προορισμού (UNEP/CPB, 2007).  Για το λόγο αυτό διεθνείς οργανισμοί όπως η EuropeanTravelCommission και το GlobalSustainabilityTourismCouncil δεν εντάσσουν την εκτίμηση Φέρουσας Ικανότητας ως τμήμα της μεθοδολογίας βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης που έχουν αναπτύξει πρόσφατα (ETC, 2021). 

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, εκτιμάται ότι η εκτίμηση της Φέρουσας Ικανότητας όντως σωστά αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλεία στο πλαίσιο των συγκεκριμένων Ε.Π.Μ.. Η πρόσφατη διεθνής εμπειρία (UNWTO, 2020) δείχνει ότι η εκτίμηση της Φέρουσας Ικανότητας έχει κυρίως αξία, όχι τόσο σε επίπεδο τουριστικού προορισμού, αλλά για ένα μεμονωμένο και ιδιαίτερης αξίας τουριστικό πόρο όπως πχ. μία παραλία ή ένα αξιοθέατο μεγάλης δημοφιλίας. 

Όμως τυχόν προσπάθεια εκτίμησής της είτε ως στατικό και μονοδιάστατο μέγεθος (είτε στο πλαίσιο χωρικού σχεδιασμού εθνικού επιπέδου) θα ήταν επιστημονικά άστοχη από την άποψη της αξιοπιστίας των συμπερασμάτων καθώς και μη ανταποδοτική ως προς το κόστος και χρόνο εκπόνησης των σχετικών μελετών τόσο σε ότι αφορά στην προστασία του περιβάλλοντος όσο και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, ιδιαίτερα στις δεδομένες συνθήκες της πανδημίας του COVID-19. 

Στο πλαίσιο αυτό, προτείνονται:

  • Η στενή συνεργασία με τον οικείο τουριστικό τομέα τόσο με εκτεταμένη ενημέρωση, εκπαίδευση όσο και κατά τη διαβούλευση σε όλα τα στάδιο εκπόνησης των σχετικών μελετών και σχεδίων.
  • Η σύνταξη τους βάσει πρόσφατων (εντός 2-4 ετών) στοιχείων και δεδομένων.
  • Η επικαιροποίηση τους ανά τακτά χρονικά διαστήματα (3-5 έτη) προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις σε επίπεδο τεχνολογίας, τουριστικής ζήτησης αλλά και περιβαλλοντικής κατάστασης των προστατευτέων ειδών και οικοτόπων.
  • Η χωροθέτηση εγκαταστάσεων αναψυχής και εγκαταστάσεων εξυπηρέτησης των επισκεπτών (πχ. ξαπλώστρες) να πραγματοποιείται βάσει του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου και με τις ίδιες διαδικασίες έως την ολοκλήρωση και έγκριση των σχετικών μελετών. 

ΣΤ. Ενσωμάτωση της διάστασης της προστασίας του τοπίου από χωροθετήσεις Αιολικών Πάρκων 

Σε ό,τι αφορά τις χωροθετήσεις Αιολικών Πάρκων και ανεμογεννητριών επισημαίνεται η ανάγκη επίσπευσης της αναθεώρησης του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ. Η  απόσταση συνιστά οπωσδήποτε ουσιώδες και αποτελεσματικό κριτήριο για την αντιμετώπιση συγκρούσεων μεταξύ των αιολικών πάρκων και άλλων χρήσεων και δραστηριοτήτων όπως ο τουρισμός, καθώς και για την αντιμετώπιση της υποβάθμισης του τοπίου λόγω οπτικής όχλησης. Για τον λόγο αυτό πρέπει για τις χωροθετήσεις ανεμογεννητρίων να λαμβάνεται υπόψη το κριτήριο της ικανής απόστασης από εγκατεστημένες τουριστικές δραστηριότητες με οπτική επαφή ή και από περιοχές που είναι κατάλληλες και προορίζονται για μελλοντική τουριστική αξιοποίηση.  

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ για την Ε.Π.Μ. των Π.Ε. Λακωνίας (μέρος) και Μεσσηνίας 

Σημειώνεται ότι είναι σε ιδιαίτερα θετική κατεύθυνση η επιλογή της Ε.Π.Μ. για προώθηση των ήπιων μορφών τουρισμού που ενσωματώνουν τη διάσταση της περιβαλλοντικής προστασίας, καθώς και  η τεκμηρίωση της επιλογής των επιτρεπτών χρήσεων. Με την Ε.Π.Μ. προωθείται γενικότερα ως στρατηγική επιλογή η συνύπαρξη των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων με τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος και τους τύπους οικοτόπων και οικοτόπων των ειδών. 

Γενικότερα, δεν ενδείκνυται ο αποκλεισμός της ανθρωπογενούς δραστηριότητας ιδίως από εδαφικές εκτάσεις, από τις οποίες οι κάτοικοι και ντόπιοι επαγγελματίες βιοπορίζονται επί δεκαετίες από παραδοσιακές δραστηριότητες όπως η γεωργία και η αλιεία. Αντίθετα, ο αποκλεισμός της ανθρωπογενούς δραστηριότητας δεν συνεισφέρει στην κοινωνική αποδοχή των μέτρων, δημιουργεί αναταραχές και αντιδράσεις στην τοπική κοινωνία και μεγαλύτερη δυσκολία στην εφαρμογή των μέτρων διατήρησης. Ορθώς επίσης η Ε.Π.Μ. επισημαίνει τα κενά και τα ελλείμματα ιδίως του θεσμικού πλαισίου των χρήσεων γης και υπογραμμίζει τη σύγχυση μεταξύ ειδικών χρήσεων γης, έργων και δραστηριοτήτων στις διατάξεις του ΠΔ 59/2028. Επίσης ορθώς εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των προτάσεων κανονιστικών ρυθμίσεων της Ε.Π.Μ. οι οικισμοί, ανεξάρτητα από το εάν έχουν οριοθετηθεί με τις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία διοικητικές πράξεις ή όχι. Η επιλογή αυτή κρίνεται σκόπιμο να υιοθετηθεί και από άλλες Ε.Π.Μ. που θα εκπονηθούν στο μέλλον. 

Όσον αφορά ειδικότερα την πρόβλεψη της χρήσης των υδατοδρομίων και του αποκλεισμού της χρήσης αυτής από τον κόλπο της Πύλου επισημαίνεται ιδίως η ανάγκη να διεξαχθεί ευρεία και σε βάθος διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών, των φορέων της περιοχής, της τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα με την τοπική κοινωνία για το θέμα αυτό. 

Ειδικότερα σε ό, τι αφορά την παραλία της Βοϊδοκοιλιάς επισημαίνεται ότι είναι ανάγκη ρύθμισης της χρήσης της και διαφύλαξης του μοναδικού τοπίου με τη χωροθέτηση σημείων στάθμευσης, ώστε να προστατευθεί από την ανέλεγκτη διέλευση μηχανοκίνητων οχημάτων, τη δυνατότητα εγκατάστασης αποχωρητηρίων και τοποθέτησης ομοιόμορφων ομπρελών. Αν και η περιοχή έχει χαρακτηρισθεί  ως τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και ως Αρχαιολογικός Χώρος δεν ενδείκνυται να αποκλείεται εξ ορισμού η δυνατότητα παραχώρησης της απλής χρήσης της. Τουναντίον, πρέπει να θεσμοθετηθούν κανόνες και μέτρα για τη ρύθμιση της χρήσης της και να είναι δυνατή η ανάθεση της διαχείρισής της σε κάποιον φορέα που θα μπορεί να εφαρμόζει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο διαχείρισης ώστε με τον τρόπο αυτό να εξασφαλίζεται και η χρηματοδότηση της προστασίας της. 

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ για την Ε.Π.Μ. Κρήτης 

Παρά το γεγονός ότι το δίκτυο των περιοχών Natura είναι ιδιαίτερα εκτεταμένο, με αποτέλεσμα το πεδίο εφαρμογής των προτεινόμενων χρήσεων γης στο Κεφάλαιο 4 της μελέτης να καταλαμβάνει ευρύτατες γεωγραφικές εκτάσεις, όμως δεν μπορεί να μην επισημανθεί η σχεδόν πλήρης απουσία της τεκμηρίωσης των προτεινόμενων χρήσεων γης. 

Ειδικότερα, δεν τεκμηριώνεται εάν και σε ποιον βαθμό λαμβάνεται υπόψη το Αναθεωρημένο Περιφερειακό Χωροταξικό Πλαίσιο Κρήτης, εάν λαμβάνεται υπόψη ο υφιστάμενος ή υπό εκπόνηση πολεοδομικός σχεδιασμός τοπικού επιπέδου (π.χ. εγκεκριμένα ΓΠΣ, ΣΧΟΟΑΠ, ΕΠΣ, ΕΣΧΑΔΑ, ΕΣΧΑΣΕ κ.λπ., και κυρίως το υπό εκπόνηση ΕΧΠ Τουρισμού). 

Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται για ποιον λόγο σε ορισμένες Ζώνες Διατήρησης Οικοτόπων και Ειδών αποκλείεται η χρήση του τουρισμού (αντίθετα προς τις προβλέψεις του ν. 4685/2020), ενώ επίσης σε πολλές Ζώνες Βιώσιμης Διαχείρισης Φυσικών Πόρων εισάγεται οριζόντιος περιορισμός 150 κλινών στη χρήση «15. Τουρισμός» χωρίς καμία αιτιολογία για την απόκλιση από τις προβλέψεις του ν. 4685/2020. Αυτό θα οδηγήσει σε πιθανή κατάτμηση επενδυτικών σχεδίων χωρίς τελικά να επιφέρει ουσιαστική περιβαλλοντικά προστιθέμενη αξία.