ΟΜΙΛΙΕΣ & ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

26 ΣΕΠ 2016

Ομιλία του Γενικού Διευθυντή του ΣΕΤΕ, κ. Γιώργου Αμβράζη στο πλαίσιο του Συνεδρίου με θέμα: Ελληνο-Ρωσικές σχέσεις στον τουρισμό. Η Κρήτη στη Ρωσική Αγορά: "Τουριστική κίνηση από Ρωσία: Ζητήματα και προοπτικές"

Κυρίες και κύριοι, 

Κατ΄αρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την πρόσκληση στις εργασίες του πραγματικά πολύ ενδιαφέροντος συνεδρίου σας και να μεταφέρω τα συγχαρητήρια του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων για την πρωτοβουλία σας αυτή. 

Γίνεται σε μία καθοριστική περίοδο για τον Ελληνικό Τουρισμό και φυσικά για την εξέλιξη των ελληνο-ρωσικών σχέσεων στον Τουρισμό, αλλά και γενικότερα. 

Νομίζω ότι όλοι όσοι βρισκόμαστε εδώ σήμερα, αντιλαμβανόμαστε και γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά τη σημασία που έχει η Ρωσική αγορά για τον Τουρισμό και ιδίως για την Κρήτη, τον μεγαλύτερο τουριστικό προορισμό της χώρας. Μία αγορά που χαρακτηρίζεται από πολλές ιδιαιτερότητες και εναλλαγές, ακόμα και από ορισμένες «ευαισθησίες», θα έλεγα, που έχουν να κάνουν κυρίως με τα χαρακτηριστικά και τις τάσεις των Ρώσων πολιτών. 

Παράλληλα, η Ρωσία είναι μία αγορά με πολύ σημαντικά μεγέθη εξερχόμενου τουρισμού, γεγονός που τη καθιστά στόχο για πολλούς άλλους προορισμούς, ανταγωνιστικούς και μη. 

Αν ανατρέξουμε διαχρονικά στους τρόπους που η Ελλάδα, από πλευράς Πολιτείας, έχει τοποθετηθεί στρατηγικά στη Ρωσική αγορά, αντικειμενικά, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι δεν υπήρξε μία συγκροτημένη μακροπρόθεσμη στρατηγική. Με σταθερές πολιτικές και μελετημένες στοχευμένες δράσεις. 

Οι περισσότερες κινήσεις που γίνονταν ήταν περιστασιακού και περιοδικού χαρακτήρα, με χρονικό ορίζοντα το πολύ μίας περιόδου. Ακόμα και όταν βλέπαμε προσπάθειες να κτιστεί κάτι με μεγαλύτερες αντοχές στον χρόνο, σύντομα διαπιστώναμε ότι τελικά νοσούσαν και αυτές από τη μεγάλη ασθένεια του πολιτικού μας συστήματος: την ασυνέχεια και την ασυνέπεια των εφαρμοζόμενων πολιτικών μεταξύ κυβερνήσεων, αλλά, σε ορισμένες περιπτώσεις και μεταξύ διαδοχικών πολιτικών ηγεσιών του τομέα Τουρισμού, δηλαδή ύστερα από ανασχηματισμούς. 

Δυστυχώς, αυτήν την κατάσταση ενέτειναν οι ευρύτερες πολιτικές συνθήκες και ισορροπίες. Διεθνείς, ευρωπαϊκές και διακρατικές. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, συχνά, η πολιτική συγκυρία ή και σκοπιμότητα, αν θέλετε, να διεισδύει και να επηρεάζει τις εξελίξεις και στον Τουρισμό, μεταξύ άλλων τομέων. 

Ας βάλουμε, όμως τα δεδομένα σε μία σειρά. Το 2015, ήταν η χειρότερη χρόνια από το 1998 για τον εξερχόμενο τουρισμό της Ρωσίας, λόγω των εσωτερικών προβλημάτων, της ισοτιμίας του ρουβλίου και άλλων εξωγενών παραγόντων. Οι Ρώσοι πραγματοποίησαν περίπου 12,5 εκατ. ταξίδια σε προορισμούς του εξωτερικού και δαπάνησαν περίπου 31 δισ. ευρώ. Σε επίπεδο τουριστικής δαπάνης η Ρωσία ήταν 6η στον κόσμο.

Στην Ελλάδα, η εικόνα αυτή αποτυπώθηκε ανάγλυφα στα μεγέθη της τουριστικής κίνησης, σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά. Μείωση 59% στις αφίξεις που έφθασαν τις 513.000 και μείωση 63% στις εισπράξεις, που έφθασαν στα 426 εκατ. ευρώ. 

Η αντιδιαστολή με το 2013, που ήταν η καλύτερη χρονιά όλων των εποχών για τον ελληνικό τουρισμό από τη ρωσική αγορά, είναι καθηλωτική: Οι αφίξεις, τότε, είχαν φθάσει τα 1,353 εκατ. επισκέπτες και οι εισπράξεις τα 1,342 δισ. ευρώ! 

Αυτά τα εξαιρετικά μεγέθη του 2013, κατά κάποιο τρόπο, «στοιχειώνουν» και τις προσδοκίες μας από τη Ρωσική αγορά. Αλλά το ζήτημα δεν είναι το ΑΝ θα τα ξαναδούμε ποτέ. Το ζήτημα είναι ΠΩΣ θα τα ξαναδούμε, σε κάποια από τις επόμενες χρονιές και πως θα μπορέσουμε να τα διατηρήσουμε. 

Για φέτος, σε σύγκριση με το 2015, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν γενικά μία αύξηση της κίνησης της τάξης του 19% και ανοδικές τάσεις για το υπόλοιπο της περιόδου. 

Η άποψη που επικρατεί σε μεγάλο μέρος του τουριστικού κόσμου, είναι ότι φέτος, η αύξηση από τη Ρωσία θα έπρεπε να είναι σημαντικά υψηλότερη. Κυρίως, λόγω των έκτακτων συνθηκών στην γεωπολιτική γειτονιά μας και όσων συνέβησαν – και συμβαίνουν – σε ανταγωνιστικούς προορισμούς, αλλά επιπρόσθετα και λόγω του Έτους Ελλάδας-Ρωσίας. 

Στο ερώτημα γιατί η αύξηση δεν είναι υψηλότερη, χωρούν αρκετές απαντήσεις. Πιστεύω ότι μέχρι το τέλος της ημέρας, θα ακούσουμε πολλές από αυτές και θα προκύψουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα. 

Σε κάθε περίπτωση, ας μείνουμε σε ορισμένες βασικές παραμέτρους. 

Πρώτον, η δεξαμενή δυνητικής ζήτησης για την Ελλάδα από τη Ρωσία, είναι πολύ μεγάλη και ξεπερνά κατά πολύ, τα σημερινά μεγέθη. Η Ελλάδα είναι πάνω από όλα, ένας αγαπητός προορισμός, μεταξύ των δημοφιλέστερων, όπου οι Ρώσοι αισθάνονται ασφαλείς και καλοδεχούμενοι. Οι δε ιστορικοί, πολιτισμικοί και θρησκευτικοί δεσμοί, αποτελούν μοναδικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. 

Από πλευράς ΣΕΤΕ, τα τελευταία χρόνια, όλη μας η στρατηγική εστιάζεται στους αναγκαίους τρόπους και στις απαραίτητες παρεμβάσεις που θα καλύψουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος αυτής της δυνητικής ζήτησης. Για παράδειγμα, εξακολουθητικά υπογραμμίζουμε πως Πολιτεία και ιδιωτικός τομέας πρέπει να προσεγγίζουν τη ρωσική αγορά, συντονισμένα και με μακροπρόθεσμη στρατηγική. Με ένα καλό σχέδιο δράσεων και ενεργειών – προφανώς και με προσυμφωνημένο προϋπολογισμό - που θα τρέχει καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Όχι μόνον δύο-τρεις φορές ή «πυροσβεστικά», όταν προκύπτουν ζητήματα. 

Η δημοφιλία της Ελλάδας ως προορισμού διακοπών και ένα δυναμικό και δραστήριο, πλην περιορισμένο λόγω πόρων, Γραφείο ΕΟΤ, δεν επαρκούν από μόνα τους να τροφοδοτήσουν την αγορά.

Να οδηγήσουν στα πολύ υψηλότερα μεγέθη και μερίδια αγοράς που επιδιώκουμε. 

Η προσπάθεια πρέπει να διαρκής και στοχευμένη. 

Ας δούμε πιο προσεκτικά και το παράδειγμα άλλων προορισμών, όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος κ.α. που δεν σταμάτησαν ποτέ να επενδύουν στη Ρωσική αγορά. Ακόμα και στις καλές εποχές, δεν άφηναν τίποτα στην τύχη. Δυναμική παρουσία, σταθερά και συστηματικά, κάθε χρόνο, σε επίπεδο, προβολής, ανάπτυξης συνεργασιών, marketing, δημοσίων σχέσεων. 

Άλλωστε, η Ρωσία είναι μία αχανής χώρα. Κάθε Περιφέρεια και περιοχή, από πλευράς τουριστικού ενδιαφέροντος, έχει άλλη προοπτική και διαφορετικά χαρακτηριστικά ζήτησης, που είναι λάθος να μην λαμβάνονται υπόψη. 

Αντίστοιχα, κάθετα, η ρωσική αγορά έχει διαφορετικές βαθμίδες ποιοτικών χαρακτηριστικών. Μεταξύ του τουρισμού πολυτελείας και του μαζικού τουρισμού διακοπών, υπάρχουν μεγάλες διαφορές και ξεχωριστές απαιτήσεις που χρήζουν ειδικού χειρισμού, σε επίπεδο marketing. 

Οι πρόσφατες μελέτες του ΙΝΣΕΤΕ, σχετικά με το προφίλ των πελατών μας από τη Ρωσία – και από άλλες χώρες – αναδεικνύουν αυτές τις διαφοροποιήσεις και τις κατηγοριοποιούν ανά τουριστικό προϊόν. «Φωτίζουν» παράλληλα και πολλές επιμέρους ανάγκες που προκύπτουν. Όπως για παράδειγμα, ρωσόφωνο ανθρώπινο δυναμικό. 

Κίνητρα στους Ρώσους επισκέπτες για να ξοδέψουν περισσότερα χρήματα σε αγορές, νέα προϊόντα και υπηρεσίες.

Αφορμές για να ταξιδέψουν και σε άλλες περιόδους, πέραν της περιόδου αιχμής.

Ανάδειξη τοπικών παραδοσιακών προϊόντων, της ελληνικής γαστρονομίας και άλλα. 

Περαιτέρω, ουδείς αμφιβάλει ότι, καλώς ή κακώς, θεμελιώδης προϋπόθεση για κάθε προοπτική ανάπτυξης της τουριστικής κίνησης από τη Ρωσία, ήταν, είναι και θα είναι, η διαδικασία χορήγησης θεωρήσεων. 

Ανέκαθεν είχαμε σοβαρά προβλήματα σε αυτόν τον τομέα. 

Και δεν είναι λίγες οι φορές που θεσμικοί φορείς της αγοράς, όπως ο ΣΕΤΕ, προχώρησαν σε καθοριστικές παρεμβάσεις, είτε πιέζοντας ασφυκτικά την Πολιτεία να λάβει μέτρα, είτε συνδράμοντας έμπρακτα, με ίδια μέσα, για την κάλυψη των αναγκών. 

Φέτος, μέχρι και τα τέλη Μαΐου, στο θέμα των θεωρήσεων, είχαμε τα γνωστά σοβαρότατα προβλήματα που προέκυψαν λόγω της καθυστερημένης προσαρμογής των υπηρεσιών στο νέο καθεστώς των βιομετρικών θεωρήσεων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το θέμα είχε αρχίσει να τίθεται έντονα και επιτακτικά από τον ΣΕΤΕ, από πέρυσι τον Οκτώβριο. 

Το κράτος αφυπνίστηκε τελικά τους πρώτους μήνες του 2016. 

Αποτέλεσμα ήταν να περάσουμε τις πολύ δυσάρεστες καταστάσεις του Μαΐου αλλά τελικά, σήμερα, ύστερα από τις ρητές εντολές και κατευθύνσεις του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, του κ. Ξυδάκη προς τις αρμόδιες υπηρεσίες και τα Προξενεία, να έχουμε φθάσει σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο. Δηλαδή, σε έναν μηχανισμό που ανταποκρίνεται πολύ καλά στις ανάγκες αλλά και στις αναφορές στον ρωσικό τύπο, πως η Ελλάδα είναι ταχύτερη μεταξύ των Ευρωπαϊκών προορισμών, στον χρόνο χορήγησης θεωρήσεων. 

Να μεταφέρω κάποια στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας: 

Το 2016, στο οκτάμηνο βλέπουμε να καταγράφεται αύξηση θεωρήσεων 13,5% σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρυσι. Σε αριθμό, 444.000 περίπου θεωρήσεις φέτος, έναντι 391.000 το αντίστοιχο 8μηνο του 2015.

Αυτό σημαίνει ότι, ήδη, το 8μηνο έχει ξεπεράσει τις θεωρήσεις ολόκληρου του 2015, που ήταν 421.000.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το πρώτο 20ήμερο του Σεπτεμβρίου έχουν χορηγηθεί πάνω από 40.000 θεωρήσεις, ενώ όλο το Σεπτέμβριο πέρυσι είχαν χορηγηθεί 24.000.

Με αυτόν το ρυθμό και εκτός απροόπτου, φαίνεται εφικτός ένας στόχος 550.000 θεωρήσεων στο τέλος του έτους, που ακούμε από το Υπουργείο Εξωτερικών, δηλαδή αύξηση κατά 25% σε σχέση με το 2015. 

Το πιο σημαντικό όλων, όμως, είναι ότι, κατόπιν σχετικής εντολής, έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό θεωρήσεων τριετούς ισχύος στους Ρώσους πολίτες που το δικαιούνται. Μαθαίνουμε ότι γενικά, οι θεωρήσεις με διάρκεια από ένα έτος και πάνω, υπερβαίνουν πλέον το 85% του συνόλου, ενώ πέρυσι, κατά κύριο λόγο, δίνονταν θεωρήσεις που ταυτίζονταν με τη διάρκεια του ταξιδιού. 

Ευελπιστούμε ότι αυτό το μοντέλο που εφαρμόζεται στη Ρωσία από τον Ιούνιο και μετά, αφενός θα συνεχιστεί με την ίδια αποτελεσματικότητα και συνέπεια για το υπόλοιπο της περιόδου αλλά πρωτίστως και κατά το 2017. Ότι δεν θα πρέπει να χαλάει ο κόσμος, να χάνονται κρατήσεις, να δυσφημείται η χώρα, επειδή δεν έγιναν τα αυτονόητα.

Αφετέρου, ότι θα αποτελέσει υπόδειγμα και πιλότο και για όλες τις άλλες παραδοσιακές και αναδυόμενες αγορές, από τις οποίες απαιτείται visa Σένγκεν. 

Είναι σημαντικό να επισημανθεί το εξής και απευθύνομαι κυρίως στις Προξενικές μας αρχές: Η εύκολη και γρήγορη διαδικασία χορήγησης θεωρήσεων, πάντοτε εντός των περιθωρίων του θεσμικού πλαισίου, δεν είναι μία χάρη που γίνεται για τους τουριστικούς επιχειρηματίες. Είναι πολύτιμη συνδρομή για την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας και του βασικότερου πυλώνα της, με άμεσο αντίκτυπο στα έσοδα της χώρας, στην απασχόληση, στην ανάπτυξη. 

Τέλος, ακούγεται ίσως αυτονόητο, αλλά καλό είναι να αναφέρεται. Πρέπει να παραμένουν ανοικτές διαρκώς οι γραμμές επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ Πολιτείας, φορέων και αγοράς. Όπως απαραίτητο είναι να διασφαλίζεται η καλή και ειλικρινής συνεννόηση μεταξύ των τουριστικών μας επιχειρήσεων και των Ρώσων συνεργατών τους.   

Κυρίες και κύριοι, 

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι ο ΣΕΤΕ και τα βασικά του εργαλεία, το ΙΝΣΕΤΕ και η MarketingGreece, εργάζονται συστηματικά και μεθοδικά, αναλύοντας τις προοπτικές και τις δυνατότητες που υπάρχουν για τον Ελληνικό Τουρισμό, από τη Ρωσική αγορά.

Και όπως πάντα, είμαστε όλοι στη διάθεση και της Πολιτείας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και φυσικά, κυρίως όλων εσάς, των ανθρώπων του τουρισμού, προκειμένου να συνεισφέρουμε στην προσπάθεια για την επίτευξη καλύτερων και υψηλότερων στόχων. 

Σας ευχαριστώ πολύ.

ΚΛΕΙΣΙΜΟ